ΘΑΥΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟ ΑΠΟ ΤΗ ΡΟΔΟ

Επιστρέφοντας από τα Ιεροσόλυμα το έτος 1776, ο ευλαβής ιερομόναχος Ιωάννης από τη Ρόδο κατέβηκε στην Κύπρο και πήγε στη Μονή Κύκκου για προσκύνημα. Μόλις έφθασε στο μοναστήρι, ζήτησε να μείνει κλεισμένος στην εκκλησία όλη τη νύχτα, λόγω ευλάβειας. Όμως οι πατέρες, που δεν είχαν τέτοια συνήθεια, δεν συμφώνησαν σ’ αυτό. Ο Ιωάννης τους παρακαλούσε θερμά να τον αφήσουν να μείνει μία νύχτα στην εκκλησία μόνος. Τελικά οι πατέρες έδωσαν τη συγκατάθεσή τους και τον άφησαν. Αφού πέτυχε τον σκοπό του, και έχοντας μείνει μόνος στην εκκλησία τη νύχτα, άρχισε να προσεύχεται. Κρατούσε δέκα ή δέκα πέντε κεριά, για να διαβάσει την ακολουθία του, τα οποία έβαλε πάνω στο μανουάλι, που ήταν απέναντι από την Αγία Εικόνα, και άρχισε να διαβάζει τους Οίκους της Θεοτόκου με ευλάβεια. Μετά συνέχισε να διαβάζει και την Παράκληση προς Αυτήν. Όταν την τελείωσε, άρχισε και την άλλη παράκληση. Μόλις την είχε τελειώσει, άρχισε να πέφτει στη γη και να κάνει μετάνοιες. Αφού έπεφτε και σηκωνόταν και έκανε μετάνοιες, κουράστηκε και άρχισε να σκέφτεται. Σκεφτόμενος για αρκετή ώρα (υπήρχαν δυο άνθρωποι, τους οποίους πρόσταξε ο ηγούμενος να κρυφτούν στην εκκλησία, για να παρατηρήσουν τι θα έκανε), πλησίασε την Αγία Εικόνα και έτεινε το χέρι του προς τη Σκέπη, η οποία την κάλυπτε, για να την αποκαλύψει, αλλά ω του θαύματος! τι παράδοξο! Πως να διηγηθώ το γεγονός χωρίς δάκρυα; Ξαφνικά μία σπίθα βγήκε από τη μικρή θυρίδα και έφθασε στο πρόσωπο του Ιωάννη, και σείσθηκε ο τόπος, στον οποίο στεκόταν. Στρέφοντας το πρόσωπο του προς το μανουάλι, βλέπει ότι τα κεριά, που έβαλε πάνω του, τα οποία είχε, για να διαβάσει την ακολουθία του, άναψαν αυτομάτως και έκαιαν. Βλέποντας αυτό ο Ιωάννης, έμεινε αμήχανος και δεν ήξερε τι να κάνει, παρά να φωνάξει μεγαλόφωνα:
«Παναγία Θεοτόκε» και να πέσει κάτω αμίλητος. Ήρθαν και οι άνθρωποι, που τοποθετήθηκαν από τον ηγούμενο, για να τον προσέχουν στην εκκλησία, και, βλέποντάς τον ξαπλωμένο, μισοπεθαμένο, τον σήκωσαν, τον έβγαλαν από την εκκλησία και τον άφησαν για αρκετή ώρα, ρωτώντας τον για το συμβάν. Ο Ιωάννης τους κοίταξε, χωρίς να μπορεί να μιλήσει. Κανένας από τους πατέρες δεν γνώριζε το γεγονός, γιατί ήταν η τετάρτη ώρα της νύκτας.
Σιγά σιγά ο Ιωάννης συνήλθε. Χτύπησαν το σήμαντρο, για να διαβάσουν τον Όρθρο, και μετά την απόλυση τον ρώτησαν και τους διηγήθηκε το συμβάν, τι έπαθε και τι είδε. Δοξάζοντας τη Θεοτόκο, που έκανε τόσο μεγάλο θαύμα με τη Χαριτόβρυτή Της Αγία Εικόνα, τον αποχαιρέτησαν λέγοντας του: «Πήγαινε, πάτερ, εν ειρήνη και διηγήσου όσα είδες και έπαθες».